Το πέρασμα του Μπάρου, φωλιασμένο στις επιβλητικές κορυφές της Νότιας Πίνδου, αποτελεί το υψηλότερο ασφαλτοστρωμένο ορεινό πέρασμα της Ελλάδας, φτάνοντας σε υψόμετρο που ξεπερνά τα 1.900 μέτρα. Συνδέοντας ιστορικά τη Θεσσαλία με την Ήπειρο και ειδικότερα τα ορεινά χωριά των Τρικάλων με τα Μαστοροχώρια των Τζουμέρκων, η διαδρομή αυτή υπήρξε ανά τους αιώνες ζωτικός δρόμος για τους ντόπιους μετακινούμενους κτηνοτρόφους και τα καραβάνια. Σήμερα, το πέρασμα προσφέρει στους επισκέπτες μια απαράμιλλης ομορφιάς ταξιδιωτική εμπειρία, καθώς διασχίζει ένα άγριο, αλπικό τοπίο με απόκρημνες χαράδρες, γυμνές ορθοπλαγιές και καθηλωτική, πανοραμική θέα προς τις χαράδρες του Καλαρρύτικου και του Αχελώου. Παρά τις δύσκολες και συχνά αποκλεισμένες από τα χιόνια καιρικές συνθήκες κατά τους χειμερινούς μήνες, ο Μπάρος παραμένει ένας από τους πιο εντυπωσιακούς και αυθεντικούς ορεινούς προορισμούς, προσέλκοντας λάτρεις της περιπέτειας, της φύσης και της οδήγησης στην καρδιά της Ηπείρου.
Για τους καταρράκτες Κουιάσα, η διαδρομή ξεκινά από το σημείο όπου τελειώνει ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος, λίγο νότια των Καλαρρυτών. Από εκεί ξεκινά μια ήπια πεζοπορία σε μονοπάτι ή παλιό καλντερίμι, που διασχίζει πλούσια βλάστηση με πλατάνια και καστανιές, ακολουθώντας τη ροή ενός μικρού ρέματος. Λίγο μετά, εμφανίζεται ένα πετρόχτιστο γεφυράκι, στο οποίο η πορεία συνεχίζει από τη δυτική όχθη του ποταμού Χρούσια. Περίπου 15 λεπτά αργότερα, ο ήχος των νερών προδίδει την παρουσία των καταρρακτών Κουιάσα, ενώ στην αριστερή πλευρά του μονοπατιού ξεπροβάλλει ένας παλιός νερόμυλος, σήμερα πλήρως ανακαινισμένος και λειτουργικός ως παραδοσιακό καφέ, μέσα σε ένα παραμυθένιο περιβάλλον. Το μονοπάτι συνεχίζει προς τα βορειοδυτικά, οδηγώντας σε έναν ακόμα καταρράκτη και σε μια σειρά από φυσικές βάθρες, διαμορφωμένες από διαδοχικές πτώσεις του νερού. Η περιοχή είναι καταπράσινη και δροσερή, με την αίσθηση της απομόνωσης και της άμεσης επαφής με την παρθένα φύση να κυριαρχεί. Η επιστροφή γίνεται από την ανατολική πλευρά του ποταμού, σχηματίζοντας έναν ευχάριστο κυκλικό περίπατο μέσα στο καταπράσινο τοπίο.
Η Ιερά Μονή Βύλιζας είναι ένα από τα πιο ιστορικά και επιβλητικά μοναστήρια της Ηπείρου, χτισμένη σε μια απόκρημνη και στρατηγική τοποθεσία των Βορείων Τζουμέρκων, σε υψόμετρο περίπου 1.050 μέτρων κοντά στο χωριό Ματσούκι. Ιδρύθηκε κατά τη βυζαντινή περίοδο —πιθανολογείται γύρω στον 11ο αιώνα— και θεωρείται ένα από τα παλαιότερα θρησκευτικά κέντρα της περιοχής, έχοντας μάλιστα συνδεθεί ιστορικά με την ίδρυση της γειτονικής Μονής Κηπίνας. Αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, γνώρισε τεράστια πνευματική και οικονομική ακμή κατά το παρελθόν, διαθέτοντας πλούσια βιβλιοθήκη, ενώ λειτούργησε και ως καταφύγιο κατά τους εθνικούς αγώνες πριν την ερήμωσή της στον 20ό αιώνα. Η ονομασία «Βύλιζα» προέρχεται από τη λατινική ή βλάχικη λέξη που σημαίνει «σκοπιά» ή «φυλάκιο», λόγω της πανοραμικής θέσης της που ελέγχει τα περάσματα της Πίνδου. Το καθολικό της μονής ακολουθεί την ηπειρώτικη αρχιτεκτονική, το οποίο στο εσωτερικό του κοσμείται από εξαιρετικής τέχνης αγιογραφίες που χρονολογούνται από τον 17ο και 18ο αιώνα, καθώς και από ένα σπουδαίο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Τα ερείπια των κελιών και των βοηθητικών χώρων μαρτυρούν το μέγεθος του μοναστηριακού συγκροτήματος που κάποτε έσφυζε από ζωή. Λίγο πιο δίπλα υπάρχει και ο ναός του Αγίου Ιωάννου που και αυτός κοσμείται από αξιόλογες αγιογραφίες. Η μονή προσεγγίζεται σήμερα μέσω ενός πανέμορφου πέτρινου μονοπατιού, κρεμασμένη πάνω από βαθιές χαράδρες και το ρέμα του Ματσουκίου, προσφέροντας μια συγκλονιστική θέα στο άγριο ορεινό ανάγλυφο της περιοχής.
Το Σπήλαιο Ανεμότρυπα βρίσκεται λίγο έξω από τα Πράμαντα, στα Τζουμέρκα, σε υψόμετρο περίπου 900 μέτρων, και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα φυσικά αξιοθέατα της περιοχής. Η ιστορία του ξεκινά το 1960, όταν δύο νέοι από τα Πράμαντα, ο Αποστόλης Λάμπρης και ο Γεώργιος Καρακώστας, αντιλήφθηκαν ένα έντονο ρεύμα δροσερού αέρα να βγαίνει από μια σχισμή στον βράχο και εξερεύνησαν το εσωτερικό της, με τη σπηλαιολόγο Άννα Πετροχείλου να αναλαμβάνει στη συνέχεια τη συστηματική εξερεύνησή τουΠρόκειται για σπήλαιο που αποτελεί τμήμα ενεργού υπόγειου ποτάμιου συστήματος και διαθέτει τρία επίπεδα, με το επισκέψιμο τμήμα να παρουσιάζει εντυπωσιακούς σταλακτίτες και σταλαγμίτες, τρεις χαρακτηριστικές χρωματιστές λίμνες, μικρό καταρράκτη και υπόγειο ποτάμι που διασχίζει το σπήλαιο. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του είναι η έντονη λευκότητα των σχηματισμών του και η συνεχής παρουσία του νερού, στοιχεία που δημιουργούν ένα μοναδικό υπόγειο τοπίο στην καρδιά των Τζουμέρκων.
Πέρασμα Μπάρος:
Μονοπάτι προς καταρράκτες Κουιάσα:
Ιερά Μονή Βύλιζας:
Καταρράκτης Ματσούκι:
Σπήλαιο Ανεμότρυπα:
Τέλος και τω Θεώ δόξα.












